Η Ελλάδα πρωταθλήτρια στην ένταση τζόγου στην Ευρώπη

 



 Πλαίσιο και μεθοδολογία

Στη συζήτηση για τον τζόγο, τα «ρεκόρ» συχνά κρύβουν το βασικό ερώτημα: πόσο βαθιά έχει μπει ο τζόγος στην οικονομία και στην καθημερινότητα μιας χώρας; Για να συγκριθούν δίκαια χώρες με διαφορετικό πληθυσμό και διαφορετικό ΑΕΠ, η κλίμακα πρέπει να μετρηθεί αναλογικά και όχι «σε απόλυτα ευρώ».

 Γι’ αυτό στη σειρά συγκρίσεων της NOT A GAME χρησιμοποιείται ο δείκτης:

 GII (Gambling Intensity Index) = GGR / ΑΕΠ

 GGR (Gross Gaming Revenue): οι καθαρές απώλειες των παικτών (πονταρίσματα μείον κέρδη που επιστράφηκαν) — όχι «τζίρος» και όχι «όγκος στοιχημάτων».

ΑΕΠ (GDP): το συνολικό μέγεθος της οικονομίας σε ονομαστικές/τρέχουσες τιμές για το έτος αναφοράς.

 Ο GII δεν «ηθικολογεί». Περιγράφει ένταση: όσο υψηλότερος, τόσο μεγαλύτερο κομμάτι της οικονομίας αντιστοιχεί στις απώλειες των πολιτών από τον τζόγο — άρα τόσο πιο κρίσιμη γίνεται η ύπαρξη σκληρών, λειτουργικών μηχανισμών προστασίας (όρια, αποκλεισμοί, έλεγχοι, επιβολή).

 Κατάταξη GII στην ΕΕ-27

 Με βάση τα στοιχεία/υπολογισμούς της σειράς για το 2024, η εικόνα είναι ξεκάθαρη:

Αν εξαιρεθεί η Μάλτα ως μη συγκρίσιμη ειδική περίπτωση, η Ελλάδα καταγράφει τον υψηλότερο GII στην ΕΕ-27 — δηλαδή την υψηλότερη «ένταση τζόγου» ως ποσοστό της οικονομίας.

 Στις ίδιες συγκρίσεις, για το 2024, η Ελλάδα αναφέρεται με GGR ~€2,88 δισ. και ΑΕΠ ~€237,6–238 δισ., άρα GII ~1,21%.

 Παρακάτω παρατίθεται συγκεντρωτικός πίνακας (ΕΕ-27 χωρίς Μάλτα). Όπου μια χώρα δίνεται ως εύρος/εκτίμηση, αυτό οφείλεται σε μη δημοσίευση ενιαίων aggregates ή σε ιδιαιτερότητες (π.χ. στάθμιση τουριστικού καζίνο στην Κύπρο).

 Κατάταξη Δείκτη Έντασης Τζόγου (GII) 2024 (GGR/ΑΕΠ)

1. Ελλάδα ≈ 1,21%
2. Σλοβακία ≈ 1,11%
3. Ιταλία ≈ 0,98%
4. Κύπρος ≈ 0,71–0,98% (2 σενάρια)
5. Σλοβενία ≈ 0,85%
6. Κροατία≈ 0,84%
7. Βουλγαρία ≈ 0,75–0,85%
8. Εσθονία ≈ 0,75–0,85%
9. Ουγγαρία≈ 0,8% (εκτίμηση)
10. Λετονία ≈ 0,745%
11. Πορτογαλία ≈ 0,74%
12. Ρουμανία ≈ 0,65–0,70%
13. Τσεχία ≈ 0,5–0,6%
14. Ισπανία ≈ 0,51%
15. Ολλανδία ≈ 0,5%
16. Γαλλία ≈ 0,45%
17. Ιρλανδία ≈ 0,45% (proxy)
18. Αυστρία≈ 0,43%
19. Σουηδία ≈ 0,43%
20. Λιθουανία ≈ 0,36–0,37%
21. Γερμανία≈ 0,35%
22. Βέλγιο ≈ 0,34%
23. Φινλανδία ≈ 0,3–0,4%
24. Δανία ≈ 0,26–0,28%
25. Πολωνία ≈ 0,25%
26. Λουξεμβούργο ≈ 0,15% (νόμιμο)

 Ακόμη και αν κάποιος σταθεί μόνο στις «γειτονικές» κορυφές της κλίμακας, το συμπέρασμα δεν αλλάζει: η Ελλάδα υπερβαίνει:

 τη Σλοβακία (≈1,11%) — μια χώρα ήδη «υπερυψηλής» έντασης, αλλά με εθνικό μητρώο αποκλεισμού, σύμφωνα με την ίδια τη σειρά.

την Ιταλία (≈0,98%), που αποτελεί επίσης κορυφαία περίπτωση υψηλής έντασης, αλλά με online εθνικό μητρώο αυτοαποκλεισμού (RUA) και πολύ αυστηρότερο πλαίσιο διαφήμισης σε σχέση με την Ελλάδα.

 Το «πρωτάθλημα» αυτό δεν είναι τίτλος. Είναι κόκκινος συναγερμός.

Γιατί η Μάλτα είναι εκτός σύγκρισης

Η εξαίρεση της Μάλτας δεν είναι «παραθυράκι» για να βγει μια ωραία κατάταξη. Είναι ζήτημα στατιστικής στρέβλωσης:

Η Μάλτα λειτουργεί ως διεθνής κόμβος αδειοδότησης και εγκατάστασης για online gambling, με δραστηριότητα που απευθύνεται σε μεγάλο βαθμό εκτός Μάλτας, άρα δεν μεταφράζεται ευθέως σε «εγχώρια κοινωνική έκθεση» όπως στις άλλες χώρες.

 Για τη Μάλτα δεν μπορεί να υπολογιστεί ένα έντιμα συγκρίσιμο GII, επειδή δεν διαχωρίζεται καθαρά η εγχώρια διάσταση από την εξαγωγική/διασυνοριακή και δεν υπάρχει αντίστοιχος συγκεντρωτικός δείκτης που να αποτυπώνει «απώλειες παικτών εντός χώρας».

 Παράλληλα, η οικονομική βαρύτητα του κλάδου είναι τέτοια που επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα «βιομηχανίας»: σε στατιστικό έγγραφο με στοιχεία του τομέα αναφέρεται ότι το Gross Value Added (GVA) του κλάδου gaming το 2022 ήταν περίπου €1,495 δισ., δηλαδή περίπου 9,6% της συνολικής οικονομικής προστιθέμενης αξίας, ενώ με έμμεσες επιδράσεις η συμβολή εκτιμάται πάνω από 12,4%.

 Σε έκθεση για το 2024 αναφέρεται ότι ο κλάδος συνέβαλε λίγο κάτω από 7% του GVA.

Με άλλα λόγια: η Μάλτα δεν είναι «μια ακόμη αγορά». Είναι κόμβος υπηρεσιών. Και αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που, όταν μιλάμε για ένταση τζόγου ως κοινωνική έκθεση, η σύγκριση πρέπει να γίνεται χωρίς τη Μάλτα — αλλιώς συγκρίνουμε κράτη-αγορές με κράτη-πλατφόρμες.

 Το κενό προστασίας στην Ελλάδα

 Η «πρωτιά» σε ένταση τζόγου θα ήταν από μόνη της ανησυχητική. Γίνεται όμως καταγγελία δημόσιας υγείας όταν συνδυάζεται με ένα δεύτερο δεδομένο: στην Ελλάδα απουσιάζουν βασικά, ελάχιστα εργαλεία προστασίας που σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές είναι κεντρική υποδομή (όχι «κουμπί» μέσα στην εφαρμογή μιας εταιρείας, αλλά κρατικός μηχανισμός).

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εθνικό μητρώο αποκλεισμού.

Σύμφωνα με επίσημη ενημέρωση της ρυθμιστικής αρχής, το Ενιαίο Μητρώο Αποκλεισμένων βρίσκεται «σε φάση ανάπτυξης» και, μέχρι την επίσημη ενεργοποίησή του, ο αυτοαποκλεισμός δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτόματα και καθολικά· ο παίκτης καλείται να κάνει ξεχωριστή αίτηση προς κάθε αδειοδοτημένο πάροχο.

Αυτό, στην πράξη, σημαίνει ότι η «προστασία» μετατρέπεται σε διοικητικό μαραθώνιο ακριβώς για τον άνθρωπο που, λόγω εθισμού/κρίσης ελέγχου, έχει τη μικρότερη δυνατότητα να τον τρέξει.

 Ακόμη πιο προβληματικό, στον ίδιο επίσημο οδηγό επισημαίνεται ότι ο αυτοαποκλεισμός δεν μπορεί να σταματήσει τη συμμετοχή σε προϊόντα που παίζονται ανώνυμα σε επίγεια κανάλια (π.χ. αγορά/συμμετοχή χωρίς εξατομίκευση), δηλαδή εκεί όπου η διαθεσιμότητα είναι καθημερινή.

Η NOT A GAME καταγράφει την κατάσταση ως «DIY/προσωρινό» μοντέλο με friction, ενώ σε τουλάχιστον μία σύγκριση αναφέρεται ρητά ότι η διαδικασία δοκιμάστηκε στην πράξη και δεν λειτούργησε (καθυστερήσεις, μη απάντηση, έλλειψη καθολικής εφαρμογής).

 Για να φανεί πόσο ακραία είναι αυτή η υστέρηση, αρκεί η σύγκριση με χώρες όπου ο αποκλεισμός λειτουργεί σαν «κεντρικός διακόπτης»:

  •  Στη Σουηδία υπάρχει εθνικό μητρώο αυτοαποκλεισμού (Spelpaus) και αναφέρεται μαζική χρήση (περίπου 120.000 εγγεγραμμένοι στο τέλος του 2024).
  • Στην Ολλανδία λειτουργεί το CRUKS ως ενιαία βάση αποκλεισμού με υποχρεωτικό έλεγχο πριν από τη συμμετοχή.
  • Στη Γερμανία υπάρχει εθνικό μητρώο αποκλεισμού (OASIS), αλλά και ενιαίο, διασυνδεδεμένο μηνιαίο όριο κατάθεσης μέσω κρατικού συστήματος (LUGAS) — δηλαδή προστασία που δεν «σπάει» με δεύτερο app.
  • Στο Βέλγιο περιγράφεται εθνικό σύστημα αποκλεισμού (EPIS) που εφαρμόζεται και σε online και σε επίγειο.

 Η Ελλάδα, αντίθετα, εμφανίζεται ως αγορά πολύ υψηλής έντασης χωρίς αντίστοιχο «δίχτυ» — και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια κανονισμού. Είναι, με όρους δημόσιας υγείας, έλλειψη βασικής υποδομής πρόληψης.

 Τζόγος και δημόσια υγεία: τι δείχνουν WHO και Lancet

 Ο τζόγος δεν είναι απλώς «ψυχαγωγία που κάποιοι το παρακάνουν». Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας τον αντιμετωπίζει ως δραστηριότητα που μπορεί να προκαλεί βλάβες στην υγεία σε πολλαπλά επίπεδα (οικονομικές, ψυχολογικές, κοινωνικές), ενώ οι επιπτώσεις συχνά επεκτείνονται πέρα από το άτομο (οικογένεια, σχέσεις, εργασία).

 Η Lancet υπογραμμίζει περαιτέρω κάτι κρίσιμο για τη χάραξη πολιτικής: ο τζόγος λειτουργεί πλέον με χαρακτηριστικά «βιομηχανίας βλάβης», όπου το προϊόν δεν είναι το παιχνίδι αλλά η συστηματική παραγωγή απωλειών, ενισχυμένη από τεχνολογία, μάρκετινγκ και σχεδιασμό προϊόντων που αυξάνουν την ένταση και τη συχνότητα συμμετοχής.

 Σε αυτό το πλαίσιο, ο δείκτης GII δεν είναι απλά οικονομικός. Είναι προειδοποίηση:

 Υψηλός GII σημαίνει ότι οι απώλειες από τζόγο έχουν πάρει θέση «δομικού μεγέθους» στην οικονομία — άρα και στην κοινωνία.

 Η κεντρική αντίφαση για την Ελλάδα

Από τη μία, η χώρα καταγράφει εξαιρετικά υψηλή ένταση (≈1,21%), ανώτερη από χώρες που ήδη θεωρούνται «υψηλού κινδύνου» στην ευρωπαϊκή κατάταξη (Ιταλία ≈0,98%, Σλοβακία ≈1,11%).

Από την άλλη, η βασική κρατική απάντηση μετατρέπεται σε ρητορική “υπευθυνότητας” και όχι σε υποχρεωτικούς μηχανισμούς (one-click εθνικός αποκλεισμός, ενιαία όρια, πραγματικό duty of care με επιβολή).

 Αυτό το κενό μετατρέπει τον τζόγο από ρυθμιζόμενη δραστηριότητα σε ανεξέλεγκτο ζήτημα δημόσιας υγείας.

 Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα και ποιες μεταρρυθμίσεις είναι κατεπείγουσες

 Αν η Ελλάδα παραμείνει στην κορυφή της ευρωπαϊκής έντασης, το πιθανότερο δεν είναι η «σταθερότητα». Είναι η κανονικοποίηση της βλάβης: περισσότερα νοικοκυριά με απώλειες που δεν αποτυπώνονται ως κοινωνικό κόστος, περισσότερη πίεση μέσω marketing/bonus, μεγαλύτερη έκθεση ευάλωτων ομάδων, και ένα κράτος που δυσκολεύεται να παρέμβει επειδή πολύ μεγάλο μέρος του οικοσυστήματος λειτουργεί ως μηχανισμός εσόδων.

 Το «πρόβλημα» δεν λύνεται με καμπάνιες τύπου «παίξε υπεύθυνα». Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι απαιτείται δομικό πλαίσιο — όπως ακριβώς συνέβη ιστορικά με καπνό/αλκοόλ σε πολλά κράτη: περιορισμός έκθεσης, περιορισμός εμπορικής πίεσης, υποχρεωτικά εργαλεία, επιβολή.

 Με βάση όσα ήδη εφαρμόζονται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (και όσα παραδέχεται η ίδια η ελληνική ρυθμιστική αρχή ότι δεν λειτουργούν ακόμη καθολικά), οι κατεπείγουσες τομές για να σταματήσει η Ελλάδα να είναι «πρωταθλήτρια» μπορούν να περιγραφούν με τρεις άξονες:

  1.  Εενεργοποίηση στην πράξη εθνικού μητρώου αποκλεισμού, ώστε να πάψει το μοντέλο «ξεχωριστή αίτηση σε κάθε πάροχο» που, σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, ισχύει όσο το μητρώο είναι υπό ανάπτυξη.
  2.  Ενιαία και διασυνδεδεμένα όρια ως κατώτατο δίχτυ ασφαλείας (όχι προαιρετικά και όχι ανά πλατφόρμα), κατά το πρότυπο χωρών που έχουν ήδη θεσμοθετήσει είτε κεντρικά caps είτε αυστηρούς μηχανισμούς ελέγχου της συνολικής έκθεσης.
  3.  Μείωση της έκθεσης μέσω marketing και πραγματική εφαρμογή duty of care που να «κόβει» την εμπορική πίεση όταν εμφανίζονται patterns κινδύνου (και όχι να την εντείνει με VIP/bonus μηχανισμούς), όπως περιγράφεται σε πιο ώριμα μοντέλα. 

Συμπέρασμα

Η ουσία είναι απλή:

Όταν μια χώρα βρίσκεται στην κορυφή της Ευρώπης σε ένταση τζόγου, δεν δικαιούται «προστασίες-βιτρίνα». Χρειάζεται εθνικές υποδομές προστασίας με καθολική εφαρμογή, ακριβώς επειδή η ένταση σημαίνει ότι η βλάβη δεν είναι ακραία εξαίρεση — είναι συστημικό φαινόμενο.