Η Ευρώπη που ρυθμίζει τα πάντα — εκτός από τον τζόγο

 

 


Η Ευρωπαϊκή Ένωση συχνά κατηγορείται για υπερβολική ρύθμιση. Και όχι άδικα. Ρυθμίζει την ακτινοβολία των κινητών τηλεφώνων, τη σύσταση των τροφίμων, τη διαφήμιση του καπνού, τις ετικέτες των αλκοολούχων ποτών, τα προσωπικά δεδομένα. Κι όμως, υπάρχει ένας τομέας με αποδεδειγμένες κοινωνικές και ψυχικές επιπτώσεις, ο οποίος παραμένει θεσμικά «ορφανός»: τα τυχερά παιχνίδια.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχει ενιαία ευρωπαϊκή ρυθμιστική αρχή για τον τζόγο, ούτε ένα δεσμευτικό κοινό πλαίσιο που να ορίζει ελάχιστα επίπεδα προστασίας για τους πολίτες. Η εποπτεία παραμένει σχεδόν αποκλειστικά εθνική υπόθεση. Το αποτέλεσμα είναι μια Ευρώπη 27 καθεστώτων, 27 διαφορετικών επιπέδων προστασίας, 27 διαφορετικών ορισμών του τι σημαίνει «υπεύθυνο παιχνίδι».

Αυτό το θεσμικό κενό δεν προέκυψε τυχαία. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει ότι ο τζόγος συνδέεται με ιδιαίτερους κοινωνικούς και ηθικούς κινδύνους, αφήνοντας στα κράτη-μέλη ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αντί να προχωρήσει σε σκληρή εναρμόνιση, περιορίστηκε διαχρονικά σε συστάσεις και «καλές πρακτικές». Έτσι, η Ευρώπη επέλεξε τη μη απόφαση.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η επιλογή έγινε σε μια εποχή που ο τζόγος δεν ήταν αυτό που είναι σήμερα.

Σήμερα, η ευρωπαϊκή βιομηχανία τυχερών παιχνιδιών είναι μία από τις μεγαλύτερες και ταχύτερα εξελισσόμενες αγορές ψυχαγωγίας. Τα ετήσια ακαθάριστα έσοδα (GGR) στην Ευρώπη ξεπερνάνε τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ, με το online σκέλος να αυξάνει σταθερά το μερίδιό του. Πρόκειται για μια αγορά πλήρως ψηφιακή, διασυνοριακή, με έντονη τεχνολογική και διαφημιστική δυναμική.

Ακόμη πιο κρίσιμο όμως είναι κάτι άλλο: η αγορά δεν απλώνεται απλώς — συγκεντρώνεται.

Τα τελευταία χρόνια, ο ευρωπαϊκός τζόγος περνά σε φάση έντονης συγκέντρωσης ισχύος. Μεγάλοι όμιλοι εξαγοράζουν εθνικούς «πρωταθλητές», συγχωνεύονται, δημιουργούν πολυεθνικά σχήματα με παρουσία σε δεκάδες αγορές. Η εξαγορά της Kindred από τη γαλλική FDJ, η ενίσχυση της Flutter μέσω μεγάλων assets, αλλά και η περίπτωση της Allwyn, είναι ενδεικτικές.

Η Allwyn, ένας όμιλος με έδρα την Κεντρική Ευρώπη, δεν είναι πλέον ένας «παίκτης» περιφερειακής εμβέλειας. Με την εξαγορά του ΟΠΑΠ, αλλά και με συμμετοχές και άδειες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγάλους πανευρωπαϊκούς ομίλους τυχερών παιχνιδιών. Αυτό σημαίνει ότι ο ΟΠΑΠ — ο ιστορικός ελληνικός οργανισμός τυχερών παιχνιδιών — δεν είναι πλέον απλώς ένα εθνικό μονοπώλιο ή ρυθμιζόμενο asset, αλλά μέρος ενός πολυεθνικού επιχειρηματικού οικοσυστήματος με στρατηγικά συμφέροντα σε όλη την Ευρώπη.

Αυτή η υπερσυγκέντρωση αλλάζει ριζικά την ισορροπία δυνάμεων. Όσο μεγαλώνουν οι όμιλοι, τόσο αυξάνεται:

  • η επιρροή τους σε εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές,

  • η δυνατότητά τους να «παίζουν» ανάμεσα σε διαφορετικά κανονιστικά καθεστώτα,

  • η πίεση για ρυθμίσεις που ευνοούν την κλίμακα και όχι απαραίτητα την προστασία.

Και εδώ εμφανίζεται το επόμενο κρίσιμο ερώτημα: ποιος μιλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

Η βιομηχανία έχει φωνή. Υπάρχουν οργανωμένα ευρωπαϊκά λόμπι τυχερών παιχνιδιών, με πιο χαρακτηριστικό την European Gaming and Betting Association (EGBA), που εκπροσωπεί μεγάλους ομίλους, συμμετέχει σε διαβουλεύσεις και προωθεί την ιδέα της «υπεύθυνης αυτορρύθμισης». Πρόκειται για οργανισμούς με πόρους, πρόσβαση και συνεχή παρουσία στις Βρυξέλλες.

Αυτό που δεν υπάρχει, είναι ένα ισοδύναμο θεσμικό αντίβαρο:
μια ευρωπαϊκή αρχή ή έστω ένας ευρωπαϊκός μηχανισμός συντονισμού, με ρητή εντολή προστασίας των πολιτών και της ψυχικής υγείας, και με δυνατότητα επιβολής.

Η απουσία αυτή γίνεται ιδιαίτερα ορατή στο θέμα του εθνικού μητρώου αυτοαποκλεισμού. Σε χώρες όπως η Σουηδία, ο αποκλεισμός είναι κεντρικός και άμεσος: ένα αίτημα αρκεί για να αποκλειστεί κάποιος από όλες τις νόμιμες πλατφόρμες. Στην Ολλανδία, το σύστημα CRUKS λειτουργεί ως ενιαία βάση δεδομένων, υποχρεωτική για όλους τους παρόχους. Στην Ιταλία, ο αποκλεισμός είναι συνδεδεμένος με το εθνικό σύστημα εποπτείας και δεν αφήνει περιθώρια «παράκαμψης».

Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο αυτοαποκλεισμός παραμένει κατακερματισμένος, δύσχρηστος και συχνά αναποτελεσματικός. Η προστασία εξαρτάται από το πόσο επίμονος και λειτουργικός μπορεί να είναι ο ίδιος ο παίκτης — δηλαδή ακριβώς από αυτό που ο εθισμός υπονομεύει.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναγνωρίσει θεωρητικά τη σημασία της ψυχικής υγείας. Χρηματοδοτεί προγράμματα, εκδίδει στρατηγικές, μιλά για πρόληψη. Όμως αποφεύγει να συνδέσει ευθέως την ψυχική υγεία με τον σχεδιασμό, τη διαφήμιση και τις εμπορικές πρακτικές των τυχερών παιχνιδιών. Έτσι, ο τζόγος αντιμετωπίζεται περισσότερο ως αγορά και φορολογικό εργαλείο, παρά ως παράγοντας ψυχικής νοσηρότητας.

Το αποτέλεσμα είναι ένα βαθύ ευρωπαϊκό παράδοξο:
μια ένωση που ρυθμίζει με λεπτομέρεια τον καπνό, το αλκοόλ και την ακτινοβολία, αφήνει μια τεράστια, ψηφιακή και υπερσυγκεντρωμένη βιομηχανία εθισμού χωρίς ενιαίο θεσμικό πλαίσιο προστασίας.

Το ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη μπορεί να ρυθμίσει τον τζόγο. Το έχει αποδείξει σε πολύ πιο σύνθετους τομείς. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θέλει να τον αντιμετωπίσει ως αυτό που είναι: όχι απλώς παιχνίδι, αλλά ζήτημα δημόσιας υγείας, κοινωνικής συνοχής και θεσμικής ευθύνης.

Όσο αυτό το κενό παραμένει, η Ευρώπη θα συνεχίσει να έχει ισχυρούς ομίλους, ισχυρά λόμπι — και πολίτες που προστατεύονται άνισα, ανάλογα με τη χώρα στην οποία τυχαίνει να ζουν.