Η βιομηχανία του τζόγου δεν βασίζεται στο να κερδίζουν οι παίκτες. Βασίζεται στο να παίρνουν κακές αποφάσεις. Όχι μία φορά, αλλά επαναλαμβανόμενα. Ο πραγματικός στόχος δεν είναι να σε πείσει να παίξεις, αλλά να αποδυναμώσει σταδιακά τον μηχανισμό λήψης αποφάσεων, ώστε να παίζεις περισσότερο, συχνότερα και με ολοένα μεγαλύτερα ποσά, ακόμη και όταν αυτό έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με το συμφέρον σου. Αυτή η διαδικασία είναι η ουσία της συμπεριφορικής βλάβης.
Η λήψη αποφάσεων στον άνθρωπο βασίζεται σε ισορροπία: χρόνο σκέψης, αξιολόγηση ρίσκου, μνήμη προηγούμενων αποτελεσμάτων και συναισθηματικό έλεγχο. Τα προϊόντα τζόγου έχουν σχεδιαστεί ώστε να διαταράσσουν αυτή την ισορροπία. Με γρήγορους ρυθμούς, συνεχή ερεθίσματα και άμεση εναλλαγή πονταρίσματος–αποτελέσματος, μειώνεται ο χρόνος που έχει ο εγκέφαλος για ορθολογική σκέψη. Όσο λιγότερος χρόνος για σκέψη, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα παρορμητικής απόφασης.
Κεντρικός μηχανισμός αυτής της διαδικασίας είναι το intermittent reinforcement – η διαλείπουσα ανταμοιβή. Ο παίκτης δεν ανταμείβεται σταθερά, αλλά απρόβλεπτα. Αυτή η αβεβαιότητα είναι που «εκπαιδεύει» τον εγκέφαλο να συνεχίζει. Δεν παίζεις επειδή κερδίζεις, αλλά επειδή μπορεί να κερδίσεις. Το intermittent reinforcement είναι εξαιρετικά ισχυρό, γιατί δεν επιτρέπει στο μυαλό να «κλείσει» τον κύκλο και να αποδεχτεί την απώλεια. Πάντα μένει ένα «ίσως την επόμενη φορά».
Στον ίδιο άξονα λειτουργούν και τα near-miss αποτελέσματα – οι «σχεδόν νίκες». Όταν χάνεις για λίγο, το αποτέλεσμα δεν καταγράφεται από τον εγκέφαλο ως καθαρή αποτυχία. Αντίθετα, δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι η απόφαση ήταν σωστή αλλά απλώς «δεν έτυχε». Έτσι, ο παίκτης μαθαίνει να εμπιστεύεται περισσότερο το ένστικτό του, ακόμη κι όταν αυτό τον οδηγεί επανειλημμένα σε απώλειες. Ο μηχανισμός διόρθωσης λαθών αρχίζει να χαλάει.
Σταδιακά, εμφανίζεται το φαινόμενο του chasing losses: η ανάγκη να συνεχίσεις για να «διορθώσεις» μια προηγούμενη κακή απόφαση. Εδώ η λογική έχει ήδη υποχωρήσει. Το παιχνίδι δεν αφορά πλέον την πιθανότητα κέρδους, αλλά τη συναισθηματική ανακούφιση. Κάθε νέα απόφαση λαμβάνεται υπό πίεση, με στόχο να ακυρώσει την προηγούμενη απώλεια, όχι να αξιολογήσει το ρίσκο. Αυτός είναι ο πυρήνας της συμπεριφορικής βλάβης: αποφάσεις που λαμβάνονται όχι με βάση το μέλλον, αλλά για να ανακουφίσουν το παρόν.
Σημαντικό στοιχείο είναι ότι αυτή η κατάσταση δεν εμφανίζεται απότομα. Ο παίκτης δεν χάνει ξαφνικά τον έλεγχο. Αντίθετα, εκπαιδεύεται σιγά-σιγά να λειτουργεί σε ένα περιβάλλον όπου οι κακές αποφάσεις γίνονται φυσιολογικές. Μικρά ποσά, συχνές επιστροφές, αίσθηση ελέγχου. Όταν όμως οι συνθήκες ζωής αλλάξουν — άγχος, οικονομική πίεση, προσωπικές δυσκολίες — ο ήδη αποδυναμωμένος μηχανισμός λήψης αποφάσεων καταρρέει πολύ πιο εύκολα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο εθισμένος τζογαδόρος αρχίζει να παίρνει λανθασμένες αποφάσεις και μακριά από τον ίδιο τον τζόγο. Η βλάβη στον μηχανισμό λήψης αποφάσεων δεν περιορίζεται στο πότε, πόσο ή τι παίζει κάποιος. Επεκτείνεται οριζόντια σε όλη τη ζωή του. Άνθρωποι που μέχρι πρότινος λειτουργούσαν εντός κοινωνικών και ηθικών ορίων, αρχίζουν να υπερχρεώνονται, να λένε ψέματα χωρίς λόγο, να παραβιάζουν κανόνες στη δουλειά τους, να κλέβουν για να συνεχίσουν να παίζουν, ακόμη και να επιδεικνύουν παράλογη ή δυσανάλογη επιθετικότητα. Για τον εξωτερικό παρατηρητή, αυτή η συμπεριφορά συχνά ερμηνεύεται ως «τρέλα» ή πλήρης ηθική κατάρρευση.
Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για ξαφνική αλλοίωση χαρακτήρα. Πρόκειται για συστηματική διάβρωση του decision-making process. Όταν ο εγκέφαλος έχει εκπαιδευτεί για μεγάλο διάστημα να λειτουργεί με παρορμητικότητα, διαλείπουσα ανταμοιβή και συναισθηματική ανακούφιση αντί για ορθολογική αξιολόγηση, αυτή η στρέβλωση δεν «σβήνει» μόλις κάποιος σηκωθεί από την πλατφόρμα. Ο ίδιος μηχανισμός που τον κάνει να πατάει «ξανά» στο παιχνίδι, τον κάνει να πατάει «ξανά» και σε επιλογές ζωής που υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα έκανε ποτέ.
Αυτός είναι και ο λόγος που το κοινωνικό και ατομικό κόστος του τζόγου είναι πολύ μεγαλύτερο από τα χρήματα που χάθηκαν. Η απώλεια περιουσίας είναι μετρήσιμη. Η απώλεια εμπιστοσύνης, η διάρρηξη οικογενειακών σχέσεων, η επαγγελματική καταστροφή, η βία, η αυτοϋπονόμευση και η γενικευμένη απορρύθμιση της κρίσης δεν αποτυπώνονται εύκολα σε αριθμούς. Κι όμως, αυτές οι συνέπειες είναι που βαραίνουν περισσότερο τόσο τον ίδιο τον άνθρωπο όσο και το κοινωνικό σύνολο
Η συμπεριφορική βλάβη, λοιπόν, δεν είναι παρενέργεια. Είναι το προϊόν. Το σύστημα δεν χρειάζεται όλοι οι παίκτες να χάσουν τον έλεγχο. Αρκεί ένα ποσοστό να τον χάσει βαθιά. Η υπόλοιπη βάση λειτουργεί ως κανονικοποίηση: «παίζω λίγο», «ελέγχομαι», «το έχω». Αυτή η αφήγηση επιτρέπει στο σύστημα να συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς αμφισβήτηση.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι αυτή η τεχνογνωσία δεν έμεινε στον τζόγο. Οι ίδιες αρχές — διαλείπουσα ανταμοιβή, near-miss εμπειρίες, γρήγορη ανατροφοδότηση, χειραγώγηση προσοχής — χρησιμοποιούνται σήμερα σε άλλες βιομηχανίες, όπως τα social media, τα mobile apps και τα online παιχνίδια. Η βιομηχανία του τζόγου δεν πουλά μόνο παιχνίδια. Πουλά γνώση για το πώς ο άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί συστηματικά σε παράλογες αποφάσεις. Και αυτή η γνώση έχει πλέον εξαχθεί παντού.
